Μετάβαση στο περιεχόμενο

waste

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός waste
συγκριτικός more waste
υπερθετικός most waste

waste (en)

  1. έρημος ή άγονος (τόπος, έδαφος κλπ.)
  2. άχρηστος
  3. σκάρτος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
waste wastes

waste (en)

  1. (μη μετρήσιμο) τα απόβλητα
    παράδειγμα  The waste, mineral and non-mineral can be recycled.
    Τα σκουπίδια, υγρά (απόβλητα) και μη-υγρά (απορρίμματα) μπορούν να ανακυκλωθούν.
    παράδειγμα  The waste is taken to the sewage treatment plant.
    Τα απόβλητα μεταφέρονται στον σταθμό επεξεργασίας λυμάτων.
    παράδειγμα  The system is eco-friendly because the waste heat is converted to electricity.
    Το σύστημα είναι φιλικό προς το περιβάλλον, επειδή η θερμότητα που αποβάλλεται μετατρέπεται σε ηλεκτρική ενέργεια.
  2. το κουφάρι
  3. το σκουπίδι
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη trash
  4. η σπατάλη
    παράδειγμα  It’s a waste of time/money/energy.
    Είναι σπατάλη χρόνου/χρήματος/ενέργειας.
  5. ο ερημότοπος, η ερημιά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας waste
γ΄ ενικό ενεστώτα wastes
αόριστος wasted
παθητική μετοχή wasted
ενεργητική μετοχή wasting

waste (en)

  1. κατασπαταλώ
  2. χαραμίζω
     συνώνυμα: blow, squander

Εκφράσεις

[επεξεργασία]