trash
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- (αμερικανικά αγγλικά) αμερικανικός όρος για το βρετανικό rubbish: τα σκουπίδια, τα απορρίμματα
There was trash everywhere.
- Παντού υπήρχαν σκουπίδια.
Don’t leave your trash on the shore.
- Μην αφήνετε τα σκουπίδια σας στις ακτές.
I threw it in the trash.
- Το πέταξα στα σκουπίδια.
I'm taking the trash down for the garbage truck to pick it up.
- Κατεβάζω τα σκουπίδια, για να τα πάρει το απορριμματοφόρο.
The trash (truck) comes by every day.
- Τα σκουπίδια περνούν κάθε μέρα.
He treated me so badly, like I was a piece of trash.
- Μου φέρθηκε τόσο άσχημα, λες και ήμουνα σκουπίδι.
- ≈ συνώνυμα: επίσης αμερικανικό: garbage
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | trash |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | trashes |
| αόριστος | trashed |
| παθητική μετοχή | trashed |
| ενεργητική μετοχή | trashing |
trash (en)
- (μεταβατικό, αμερικανική σημασία) πετάω κάτι ως άχρηστο