απόρριμμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απόρριμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόρριμμα[1] < ἀπορρίπτω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈpo.ɾi.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πόρ‐ριμ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απόρριμμα ουδέτερο
- το σκουπίδι
- ※ Οι νιπτήρες πρέπει να είναι συνεχώς εφοδιασμένοι με σαπούνι, χειροπετσέτες και ποδοκίνητους κάδους για τα απορρίμματα. (Ειδικά πρωτόκολλα υγειονομικού περιεχομένου βάσει των οποίων λειτουργούν οι τουριστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο της λήψης μέτρων έναντι του κορωνοϊού COVID-19 ΦΕΚ 2084 Β΄ - 30.05.2020/Απόφαση Αριθμ. 1881/29.5.2020)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απόρριμμα
|
→ δείτε τη λέξη σκουπίδι |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ απόρριμμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)