blow

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
blow blows

blow (en)

  1. φύσημα, ριπή ανέμου
  2. το χτύπημα

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας blow
γ΄ ενικό ενεστώτα blows
αόριστος blew
παθητική μετοχή blown
ενεργητική μετοχή blowing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

blow (en)

  1. φυσάω / φυσώ
    The wind blows with 10 MPH.
    Ο άνεμος φωσάει με 10 μίλια την ώρα.
  2. (μεταβατικό, αργκό) ξοδεύω χωρίς σκοπό τα χρήματά μου, τα σκάω
    He blows his money for nothing.
    Ξοδεύει τα χρήματα του για το τίποτα.
    I blew £5 on that hat.
    Έσκασα 5 λίρες γι' αυτό το καπέλο.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fork out
  3. (χυδαίο) τσιμπουκώνω, παίρνω πίπα
  4. εκρήγνυμαι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • blow (something) wide open: εκθέτω τα προβλήματα, τη διαφθορά

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 791-792. ISBN 9780194325684. , λήμμα: σκάζω

Πηγές[επεξεργασία]