blow

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

blow (en) (αόρ. : blew, παθ. μτχ. : blown)

  1. φυσώ
    The wind blows with 10 MPH.(Ο άνεμος φωσάει με 10 μίλια την ώρα)
  2. ξοδεύω χωρίς σκοπό τα χρήματά μου
    He blows his money for nothing.(Ξοδεύει τα χρήματα του για το τίποτα.)
  3. (χυδαίο), (ανεπίτρεπτο) τσιμπουκώνω, παίρνω πίπα
  4. εκρήγνυμαι