πίπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpi.pa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πίπα θηλυκό

  1. σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοιλότητα σκαλισμένη σε ξύλο· ο καπνός περνάει από ένα λεπτό σωλήνα και το επιστόμιο και εισπνέεται από τον καπνιστή
  2. (αργκό) η πεολειξία
  3. (αργκό) βλακεία, χαζομάρα
    μη λες πιπες!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]