πίπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πίπα (1)
πίπα (4)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίπα < ιταλική pipa < γαλλική pipe[1]
κινεζικό μουσικό όργανο < κινεζική 琵琶 (pípa)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpi.pa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίπα θηλυκό

  1. σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοιλότητα σκαλισμένη σε ξύλο· ο καπνός περνάει από ένα λεπτό σωλήνα και το επιστόμιο και εισπνέεται από τον καπνιστή
  2. (αργκό) η πεολειξία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τσιμπούκι
  3. (αργκό) βλακεία, χαζομάρα
    μη λες πιπες!
  4. (μουσικά όργανα) κινεζικό λαούτο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. πίπα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.