blow up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | blow up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | blows up |
| αόριστος | blew up |
| παθητική μετοχή | blown up |
| ενεργητική μετοχή | blowing up |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]blow up (en)
- (αμετάβατο) ανατινάζομαι, εκρήγνυμαι, σκάω
The fuel depots caught fire and blew up.
- Οι αποθήκες των καυσίμων πήραν φωτιά κι ανατινάχτηκαν.
Gunpowder, depending on its ignition conditions, blows up or discharges.
- Η πυρίτιδα, ανάλογα με τις συνθήκες ανάφλεξής της, εκρήγνυται ή εκπυρσοκροτεί
The bomb blew up.
- Η βόμβα έσκασε.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη explode
- (αμετάβατο) ξεσπάω, εκρήγνυμαι, ξεκινάω ξαφνικά και με δύναμη
- (μεταβατικό) ανατινάζω, καταστρέφω κάτι ή σκοτώνω κάποιον με εκρηκτικά
- (μεταβατικό) φουσκώνω, μεγεθύνω και διευρύνω κάτι γεμίζοντάς το με αέρα
- (μεταβατικό) μεγεθύνω μια φωτογραφία
- (μεταβατικό) παραφουσκώνω, κάνω κάτι να φαίνεται πιο σημαντικό, καλύτερο, χειρότερο κτλ. από ό,τι πραγματικά είναι
The newspapers blew (up) his abilities (all out of proportion).
- Οι εφημερίδες παραφούσκωσαν τις ικανότητές του.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη exaggerate
- (αμετάβατο, ανεπίσημο) εκρήγνυμαι, θυμώνω ξαφνικά
with a face red with anger, ready to blow up - με πρόσωπο κόκκινο από θυμό, έτοιμος να εκραγεί
Don’t blow up at me, please.
- Μη μου θυμώνεις, σε παρακαλώ.
- (αμετάβατο) γίνομαι δημοφιλής πολύ γρήγορα
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Αν το αντικείμενο είναι αντωνυμία, τότε βρίσκεται πάντα πριν από το up.