blow up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: blow-up

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας blow up
γ΄ ενικό ενεστώτα blows up
αόριστος blew up
παθητική μετοχή blown up
ενεργητική μετοχή blowing up

Ετυμολογία [επεξεργασία]

blow up < → δείτε τις λέξεις blow και up


blow up (en)

  1. (αμετάβατο) ανατινάζομαι, εκρήγνυμαι, σκάω
    the bomb blew up - η βόμβα έσκασε
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη explode
  2. καταστρέφομαι, χάνομαι
  3. (μεταβατικό) ανατινάζω, καταστρέφω κάτι ή σκοτώνω κάποιον με εκρηκτικά
    We had to blow up the bridge before the enemy army arrived.
    More civilians than soldiers have been blown up by anti-personnel mines.
  4. (μεταβατικό) φουσκώνω
    Blow up the balloons.
     συνώνυμα: inflate
  5. (μεταβατικό) μεγεθύνω μια φωτογραφία, ζουμάρω
    Blow up the picture to get a better look at their faces.
  6. γίνομαι δημοφιλής πολύ γρήγορα
    This album is about to blow up; they’re being promoted on MTV.
  7. εκρήγνυμαι, θυμώνω ξαφνικά
    Dad blew up at me when I told him I was pregnant.


Στις σημασίες 2, 3 και 4 το αντικείμενο μπορεί να εμφανίζεται πριν ή μετά το up. Αν το αντικείμενο είναι αντωνυμία, τότε βρίσκεται πάντα πριν από το up.