θυμώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θυμώνω < αρχαία ελληνική θυμῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

θυμώνω, , παρατ.: θύμωνα, στιγμ. μέλλ.: θα θυμώσω, αόρ.: θύμωσα , μτχ.π.π.: θυμωμένος

  1. (αμετάβατο) κυριεύομαι από θυμό, οργίζομαι
    θυμώνει εύκολα, αλλά μετά του περνάει
  2. (μεταβατικό) προκαλώ σε κάποιον θυμό, οργίζω
    με θυμώνει η αδιαφορία του

32πχ Μεταφράσεις[]