νευριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νευριάζω < προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον

Ρήμα[επεξεργασία]

νευριάζω

  • προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον
    η κόρη του αντιδρά σε ό,τι της λέει και τον νευριάζει!

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]