νευριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νευριάζω < προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νευριάζω 1 προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον:η κόρη του αντιδρά σε ό,τι της λέει και τον νευριάζει!

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]