εκπνέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκπνέω

  1. (μεταβατικό) βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα ή αέριο που έχω εισπνεύσει
    εισπνέομε οξυγόνο και εκπνέομε διοξείδιο του άνθρακα
    • (αμετάβατο) βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα που έχω εισπνεύσει
      κατά τη διάρκεια της άσκησης να εισπνέετε από τη μύτη και να εκπνέετε από το στόμα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: εισπνέω
  2. (μεταφορικά) ξεψυχώ, πεθαίνω, αφήνω την τελευταία πνοή (Χρησιμοποιείται κυρίως για πρόσωπα και σε συντελεσμένο χρόνο)
    ο τραυματίας εξέπνευσε τις πρώτες πρωινές ώρες
  3. (κατ’ επέκταση) τελειώνω, λήγω
    λίγο πριν πριν εκπνεύσει η προθεσμία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]