λήγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λήγω < αρχαία ελληνική λήγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂g-[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.ɣɔ/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λήγω (αμετάβατο)

  1. τερματίζομαι, επειδή ολοκληρώθηκε ή επειδή πέρασε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
    ο αγώνας έληξε ισόπαλος
  2. (με την πρόθεση σε) έχω ως τελευταίο τμήμα μου, καταλήγω
    τα ρήματα που λήγουν σε -ίζω γράφονται με γιώτα
    τελευταία μέρα για να καταθέσουν τη δήλωσή τους όσων το ΑΦΜ λήγει σε 10
  3. για προϊόντα που έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους και δεν πρέπει να καταναλωθούν
    μη την πιεις αυτή την μπίρα, έχει λήξει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το θέμα θεωρείται λήξαν : ότι έκλεισε, τελείωσε, να μη δοθεί συνέχεια

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λήγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂g-[1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λήγω

  1. λήγω, τελειώνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.