λήξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λήξη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λήξη θηλυκό

  1. το τέλος μιας περιόδου, ενός γεγονότος, μιας πράξης, κλπ.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]