fin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fin (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

fin < λατινική finis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɛ̃/
fin 

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fin fins

fin (fr) θηλυκό

  1. το τέλος
    συνώνυμα: limite, terme
    αντώνυμα: commencement, début
  2. ο σκοπός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό fin fins
θηλυκό fine fines

fin (fr)

  1. ψιλός, λεπτός
    pluie fine - ψιλή βροχή, ψιλόβροχο
    συνώνυμα: mince
    αντώνυμα: épais, gros
  2. (για χαρακτήρα) λεπτός
  3. (οικείο) έξυπνος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fin (nl)