πέρας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πέρας | τα | πέρατα |
| γενική | του | πέρατος | των | περάτων |
| αιτιατική | το | πέρας | τα | πέρατα |
| κλητική | πέρας | πέρατα | ||
| Κατηγορία όπως «κρέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πέρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέρας
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πέρας ουδέτερο
- το τέρμα, το τέλος
- η ολοκλήρωση
Κηρύσσω το πέρας των εργασιών.
- (γεωμετρία, μαθηματικά) το δεύτερο σε σειρά σημείο ενός προσανατολισμένου ευθύγραμμου τμήματος (ευκλείδειου διανύσματος)
Το πέρας του διανύσματος είναι το Β.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη πέρα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πέρας
|
Πηγές
[επεξεργασία]- πέρας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πέρας - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| περασ- περατ- | |||||
| ονομαστική | τὸ | πέρᾰς | τὰ | πέρᾰτᾰ | |
| γενική | τοῦ | πέρᾰτος | τῶν | περᾰ́των | |
| δοτική | τῷ | πέρᾰτῐ | τοῖς | πέρᾰσῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸ | πέρᾰς | τὰ | πέρᾰτᾰ | |
| κλητική ὦ! | πέρᾰς | πέρᾰτᾰ | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πέρᾰτε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | περᾰ́τοιν | |||
| Από τα έξι της Κατηγορίας, είναι το μόνο που έχει παντού θέμα σε ...ατ- στις πτώσεις εκτός από το πέρας | |||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κρέας' όπως «πέρας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πέρας < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πέρας, -ατος ουδέτερο
- το όριο
- το τέλος
- η τελειότητα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη πέρας, στην ομάδα του θέματος περ-
Πηγές
[επεξεργασία]- πέρας - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πέρας - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κρέας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ιδιόκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'κρέας' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέρας' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)