πέρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέρας τα πέρατα
      γενική του πέρατος των περάτων
    αιτιατική το πέρας τα πέρατα
     κλητική πέρας πέρατα
όπως «κρέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέρας < αρχαία ελληνική πέρας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέρας ουδέτερο

  1. το τέρμα, το τέλος,
  2. η ολοκλήρωση
    κηρύσσω το πέρας των εργασιών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • φέρνω εις πέρας: τελειώνω (κάτι)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]