Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέρας τα πέρατα
      γενική του πέρατος των περάτων
    αιτιατική το πέρας τα πέρατα
     κλητική πέρας πέρατα
Κατηγορία όπως «κρέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέρας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpe.ɾas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέρας
παρώνυμα: γέρας, δέρας, κέρας, τέρας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέρας ουδέτερο

  1. το τέρμα, το τέλος
  2. η ολοκλήρωση
    παράδειγμα  Κηρύσσω το πέρας των εργασιών.
  3. (γεωμετρία, μαθηματικά) το δεύτερο σε σειρά σημείο ενός προσανατολισμένου ευθύγραμμου τμήματος (ευκλείδειου διανύσματος)
    παράδειγμα  Το πέρας του διανύσματος AB είναι το Β.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη πέρα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
περασ- περατ-
ονομαστική τὸ πέρᾰς τὰ πέρᾰτ
      γενική τοῦ πέρᾰτος τῶν περᾰ́των
      δοτική τῷ πέρᾰτ τοῖς πέρᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ πέρᾰς τὰ πέρᾰτ
     κλητική ! πέρᾰς πέρᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πέρᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  περᾰ́τοιν
Από τα έξι της Κατηγορίας, είναι το μόνο που έχει παντού θέμα σε ...ατ-
στις πτώσεις εκτός από το πέρας
3η κλίση, Κατηγορία 'κρέας' όπως «πέρας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέρας < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέρας, -ατος ουδέτερο

  1. το όριο
  2. το τέλος
  3. η τελειότητα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη πέρας, στην ομάδα του θέματος περ-