faim

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

faim 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

faim (fr) θηλυκό (πληθυντικός faims)