εκλεπτυσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκλεπτυσμένος εκλεπτυσμένη εκλεπτυσμένο
γενική εκλεπτυσμένου εκλεπτυσμένης εκλεπτυσμένου
αιτιατική εκλεπτυσμένο εκλεπτυσμένη εκλεπτυσμένο
κλητική εκλεπτυσμένε εκλεπτυσμένη εκλεπτυσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκλεπτυσμένοι εκλεπτυσμένες εκλεπτυσμένα
γενική εκλεπτυσμένων εκλεπτυσμένων εκλεπτυσμένων
αιτιατική εκλεπτυσμένους εκλεπτυσμένες εκλεπτυσμένα
κλητική εκλεπτυσμένοι εκλεπτυσμένες εκλεπτυσμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκλεπτυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκλεπτύνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκλεπτυσμένος, -η, -ο

  1. που έχει εκλεπτυνθεί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]