ευκαιρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εὐκαιρία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ευκαιρία οι ευκαιρίες
      γενική της ευκαιρίας των ευκαιριών
    αιτιατική την ευκαιρία τις ευκαιρίες
     κλητική ευκαιρία ευκαιρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευκαιρία < αρχαία ελληνική εὐκαιρία < εὖ + καιρός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευκαιρία θηλυκό

  1. ο κατάλληλος καιρός, η ευνοϊκή συγκυρία, η χρονική στιγμή που προσφέρεται για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε
    τώρα που σταμάτησε να βρέχει, είναι ευκαιρία να πεταχτώ για λίγο έξω
  2. η δυνατότητα που παρουσιάζεται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε, και είναι δυνατόν να χαθεί αν δεν την εκμεταλλευτούμε· ανοιχτή δυνητικότητα συνήθως για περιορισμένο χρονικό διάστημα
    μου παρουσιάστηκε μια ευκαιρία να ταξιδέψω στην Αμερική, αλλά εγώ, αντί να την πιάσω από τα μαλλιά, την άφησα να φύγει
  3. η δυνατότητα που παρέχεται σε κάποιον από κάποιον άλλον να πετύχει κάτι που θέλει
    ίσες ευκαιρίες για όλους
    έγραψες χάλια στο διαγώνισμα, αλλά θα σου δώσω ακόμα μια ευκαιρία να βελτιώσεις το βαθμό σου
  4. κάτι που πωλείται σε πολύ χαμηλή τιμή σχετικά με την πραγματική του αξία
    τέτοιο σπίτι και σε καλή περιοχή, για τόσα λίγα λεφτά, είναι πραγματική ευκαιρία
  5. ελεύθερος διαθέσιμος χρόνος
    όταν βρω ευκαιρία, θα πάω ένα ταξιδάκι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]