συγκυρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συγκυρία οι συγκυρίες
      γενική της συγκυρίας των συγκυριών
    αιτιατική τη συγκυρία τις συγκυρίες
     κλητική συγκυρία συγκυρίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκυρία < (λόγιο) αρχαία ελληνική συγκυρία[1] < συγκυρῶ < σύν + κῠρέω, άγνωστης ετυμολογικής αρχής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συγκυρία θηλυκό

  • το αποτέλεσμα της σύμπτωσης γεγονότων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]