occasion

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
occasion occasions

occasion (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

κατάλληλες προθέσεις:

  • occasion of : περίσταση που συνέβη κάτι
  • οccasion for : ευνοϊκή περίσταση ώστε να συμβεί (δυνητικά) κάτι

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
occasion occasions

occasion (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]