χαραμίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαραμίζω < χαράμι + (παραγωγικό επίθημα) -ίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

χαραμίζω

  1. αφήνω χωρίς αξιοποίηση κάτι που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί
    • (δευτερευόντως, μη αρχική σημασία) αξιοποιώ μέτρια και όχι βέλτιστα κάτι

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]