σκάρτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκάρτος σκάρτη σκάρτο
γενική σκάρτου σκάρτης σκάρτου
αιτιατική σκάρτο σκάρτη σκάρτο
κλητική σκάρτε σκάρτη σκάρτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκάρτοι σκάρτες σκάρτα
γενική σκάρτων σκάρτων σκάρτων
αιτιατική σκάρτους σκάρτες σκάρτα
κλητική σκάρτοι σκάρτες σκάρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκάρτος < ιταλική scarto < scartare < carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο) < χαράσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (χαράσσω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκάρτος, -η, -ο

  1. (για αντικείμενο) χαλασμένος ή κακής ποιότητας, ακατάλληλος, άχρηστος
  2. (για άνθρωπο) ανέντιμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]