άχρηστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική άχρηστος άχρηστη άχρηστο
γενική άχρηστου άχρηστης άχρηστου
αιτιατική άχρηστο άχρηστη άχρηστο
κλητική άχρηστε άχρηστη άχρηστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άχρηστοι άχρηστες άχρηστα
γενική άχρηστων άχρηστων άχρηστων
αιτιατική άχρηστους άχρηστες άχρηστα
κλητική άχρηστοι άχρηστες άχρηστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άχρηστος < αρχαία ελληνική ἄχρηστος < ἀ- στερητικό + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος (βλέπε και τα παρόμοια δύσχρηστος, εύχρηστος, κοινόχρηστος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.xɾi.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.xɾi.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.xɾi.stɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άχρηστος, -η, -ο

  1. το άτομο εκείνο που δεν χρησιμεύει σε κάτι, που οι πράξεις του είναι αναποτελεσματικές, ανούσιες.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]