ερήμην

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερήμην < αρχαία ελληνική ἐρήμην (δίκην), αιτιατική ενικού του ἐρήμη (θηλυκό του ἔρημος)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ερήμην

  • χωρίς την παρουσία κάποιου, χωρίς κάποιος να παρευρίσκεται. (συνήθως σε κάποια δίκη)
Το δικαστήριο τον καταδίκασε ερήμην σε πενταετή φυλάκιση.
Το συμβούλιο έλαβε την απόφαση ερήμην του προέδρου.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]