απάτητος

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

απάτητος < α- + πατάω/πατώ + -ητος[1], -ητη, -ητο

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

απάτητος

  1. που δεν τον έχουν διαβεί άνθρωποι (τουλάχιστον πρόσφατα)
  2. ξεχασμένος λόγο παλαιότητας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]