ακατοίκητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατοίκητος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ακατοίκητος -η -ο

  1. που δεν κατοικείται, που δεν έχει κατοίκους
     αντώνυμα: κατοικημένος
  2. που δεν είναι σε κατάσταση να κατοικηθεί
     αντώνυμα: κατοικήσιμος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]