κύβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύβος κύβοι
γενική κύβου κύβων
αιτιατική κύβο κύβους
κλητική κύβε κύβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κύβος < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈci.vɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κύβος

κύβος αρσενικό

  1. γεωμετρικό στερεό με 6 ίσες τετραγωνικές έδρες και 12 ίσες ακμές
  2. (μαθηματικά) η ύψωση στην τρίτη δύναμη
    το δύο εις τον κύβο μας δίνει οκτώ : 23=8
  3. το ζάρι (στη γνωστή φράση του Καίσαρα και στα παράγωγα)
    Ἐρρίφθη ὁ κύβος ή ἐρρίφθω κύβος

Εκφράσεις[]

  • Ἐρρίφθη ὁ κύβος: μια καθοριστική απόφαση έχει ληφθεί οριστικά κι αμετάκλητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]