διακύβευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διακύβευμα διακυβεύματα
γενική διακυβεύματος διακυβευμάτων
αιτιατική διακύβευμα διακυβεύματα
κλητική διακύβευμα διακυβεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακύβευμα < διακυβεύω < ελληνιστική κοινή διακυβεύω < διά + κυβεύω < κύβος (ζάρι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διακύβευμα ουδέτερο

  1. αυτό το πράγμα που διακυβεύεται, που πιθανόν να τεθεί σε κίνδυνο αν παρθούν λανθασμένες αποφάσεις ή έλθουν άσχημες εξελίξεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]