בשלישית

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

בשלישית (he) (bashlishít)

  • κύβος — (μαθηματικά) η ύψωση στην τρίτη δύναμη