kub

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σλοβενικά (sl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kub (sl) αρσενικό

  • κύβος — (μαθηματικά) η ύψωση στην τρίτη δύναμη

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kub (sv) κοινό

  • κύβος, (μαθηματικά) η ύψωση στην τρίτη δύναμη