Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυβισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κυβισμός οι κυβισμοί
      γενική του κυβισμού των κυβισμών
    αιτιατική τον κυβισμό τους κυβισμούς
     κλητική κυβισμέ κυβισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Χουάν Γκρι (Juan Gris) - κυβιστικό πορτραίτο του Πάμπλο Πικάσο
Ο καλλιτέχνης και η γυναίκα του, κυβιστικός πίνακας του Gustave De Smet, 1927

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυβισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική cubisme < cube < λατινικό cubus < ελληνικό κύβος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κυβισμός αρσενικό

  1. (ζωγραφική) καλλιτεχνικό ρεύμα σύμφωνα με το οποίο τα αντικείμενα παρίστανται σαν ένα σύνολο από επίπεδα.
  2. (αυτοκίνηση) χωρητικότητα κυλίνδρων μέσα στον κινητήρα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]