jam

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
jam jams

jam (en)

  1. μαρμελάδα
  2. το κυκλοφοριακό, το μποτιλιάρισμα, κυκλοφοριακή συμφόρηση, το πρόβλημα που δημιουργείται από την κυκλοφορία πολλών οχημάτων
    Jams often happen during the hours of peak traffic.
    Συχνά μποτιλιαρίσματα συμβαίνουν κατά τις ώρες της κυκλοφοριακής αιχμής.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη traffic jam

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας jam
γ΄ ενικό ενεστώτα jams
αόριστος jammed
παθητική μετοχή jammed
ενεργητική μετοχή jamming

jam (en)

  • κολλάω, σφίγγω
    The key was jammed in the lock.
    Το κλειδί κόλλησε στην κλειδαριά.
    The drawer is jammed and won't open.
    Το συρτάρι έσφιξε και δεν ανοίγει.
     συνώνυμα: stick

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. σφίγγω. ISBN 9780194325684. , λήμμα: 857-858



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

jam (eo)



Ινδονησιακά (id)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jam (id)



Λατινικά (la)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

jam (la)

  1. ήδη