stick

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
stick sticks

stick (en)

  1. ράβδος, βέργα
  2. μπαστούνι, βακτηρία
  3. κόλλα
  4. ξυλιά
  5. (ιδιωματισμός) ιστιοσανίδα
  6. (ιδιωματισμός) τσιγαριλίκι

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας stick
γ΄ ενικό ενεστώτα sticks
αόριστος stuck
παθητική μετοχή stuck
ενεργητική μετοχή sticking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

stick (en)

  1. (μεταβατικό) κολλάω
    Stick on these labels.
    Κόλλα αυτές τις ετικέτες.
     συνώνυμα: attach, glue, tape, paste, affix
  2. (αμετάβατο) κολλάω, κάτι είναι κολλητός
    The meat stuck to the pan.
    Το κρέας κόλλησε στην κατσαρόλα.
    We got stuck in the mud.
    Κολλήσαμε στη λάσπη.
     συνώνυμα: jam
  3. (αμετάβατο) κολλάω, αντιμετωπίζω μια δυσκολία κατά την πρόοδο μιας εργασίας
    Don’t get stuck on the details!
    Μην κολλάς σε λεπτομέρειες!
     συνώνυμα: bog down
  4. δένω
  5. μπήγω
  6. σπρώχνω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 460. ISBN 9780194325684. , λήμμα: κολλώ