αλληλεγγύη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλληλεγγύη < ελληνιστική κοινή ἀλληλεγγύη < ἀλληλ- + ἐγγύη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλληλεγγύη θηλυκό

  1. η αλληλοβοήθεια και το αίσθημα ενότητας μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα και στόχους.
  2. η συμπαράσταση σε δοκιμαζόμενους συνανθρώπους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]