συμπαράσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπαράσταση οι συμπαραστάσεις
      γενική της συμπαράστασης
& συμπαραστάσεως
των συμπαραστάσεων
    αιτιατική τη συμπαράσταση τις συμπαραστάσεις
     κλητική συμπαράσταση συμπαραστάσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπαράσταση < συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι + -ση

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sim.ba.ˈɾa.sta.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπαράσταση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]