Μετάβαση στο περιεχόμενο

stuck

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός stuck
συγκριτικός more stuck
υπερθετικός most stuck

stuck (en) (όχι πριν από το ουσιαστικό)

  1. κολλημένος, κολλάω, σφίγγω, που δεν μπορεί να κινήσει ή να κινηθεί
    παράδειγμα  I can’t get out—I’m stuck.
    Δεν μπορώ να βγω — είμαι κολλημένος.
    παράδειγμα  We were stuck in traffic for over an hour.
    Ήμασταν κολλημένοι στην κίνηση για πάνω από μία ώρα.
    παράδειγμα  We got stuck in the mud.
    Κολλήσαμε στη λάσπη.
    παράδειγμα  This door keeps getting stuck.
    Αυτή την πόρτα κολλάει συνέχεια.
    παράδειγμα  The drawer is stuck and won't open.
    Το συρτάρι έσφιξε και δεν ανοίγει.
  2. κολλάω, που δεν μπορεί να απαντήσει ή να καταλάβει κάτι
    παράδειγμα  Don’t get stuck on the details!
    Μην κολλάς σε λεπτομέρειες!

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

stuck (en)