χώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χώνω < ελληνιστική χώννυμι, αόριστος ἔχωσα < αρχαία ελληνική χόω

Ρήμα[επεξεργασία]

χώνω, παθητικό χώνομαι

  1. βάζω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο
    έχωσε τα λεφτά στην τσέπη
  2. μπήγω
    του έχωσε ένα μαχαίρι στην καρδιά
  3. κρύβω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο
    κάπου έχωσα το φάκελο και δεν μπορώ να τον βρω
  4. τοποθετώ κάτι βιαστικά μέσα σε κάτι άλλο
    έχωσε τα χαρτιά μέσα στο συρτάρι κι έφυγε
  5. θάβω
    τον χώσανε: τον έθαψαν
  6. καταφέρνω εκτελώ αυτοβούλως και επιτυχημένα μία δραστηριότητα με αυθόρμητο τρόπο, με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση,
    το έχωσα το γκομενάκι (αργκό): το έριξα
  7. κάνω
    τι χώνεις; (αργκό) : τι κάνεις;

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]