χώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος χώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χώνομαι

  1. με χώνουν κάπου ή μπαίνω από μόνος μου.
    χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα
    το μαχαίρι χώθηκε μέχρι το κόκκαλο
    χώθηκε κάτω από δυο μέτρα χιόνι
  2. (μεταφορικά) ανακατεύομαι, μπλέκομαι, επεμβαίνω κάπου

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]