Μετάβαση στο περιεχόμενο

μετά

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: μέτα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μετά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /meˈta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μετά

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μετά

  1. αργότερα, ύστερα
    παράδειγμα  Δεν έχω χρόνο τώρα, θα το συζητήσουμε μετά.
  2. (μετά από + αιτιατική) αφού έχει περάσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  Μετά από πέντε λεπτά, ήρθε το λεωφορείο.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετά ουδέτερο άκλιτο

Πρόθεση

[επεξεργασία]

μετά

  1. (+ αιτιατική)
    1. αργότερα από κάτι, ακολουθώντας χρονολογικά
      παράδειγμα  Μετά το δείπνο, έπεσε για ύπνο.
    2. ακολουθώντας κάτι άλλο (για στοιχεία τοποθετημένα σε μια ορισμένη σειρά)
      παράδειγμα  Το γράμμα βήτα έρχεται μετά το άλφα.
  2. (λόγιο + γενική ή ιδιωματικό + αιτιατική)
    1. (συνοδεία) μαζί με
      παράδειγμα  Ήλθε μετά της συζύγου του.
        (κρητικά) Ήθελα μα δε θέλω μπιο αγάπες μετά σένα (στίχος τραγουδιού Άργησα μα κατάλαβα)
    2. (τρόπος) με
      παράδειγμα  Τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων.
      παράδειγμα  Η πρότασή του απορρίφθηκε μετά πολλών επαίνων.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • μεθ' (προαιρετικά, όταν ακολουθεί λέξη που άρχίζει με φωνήεν που είχε παλιότερα δασεία)
  • μετ' (προαιρετικά, όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει με φωνήεν που είχε παλιότερα ψιλή)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

μετά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

 δείτε τις λέξεις ύστερα, μέλλον, μαζί και άρα



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μετά

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μετά

Πρόθεση

[επεξεργασία]

μετά

  1. όπως και το νεοελληνικό μετά
    1. μαζί
    2. με
    3. αργότερα
    4. (λόγιο + γενική) με, μαζί
  2. (αντιθετικό + λέξεις όπως δίχως, δίχα) χωρίς, δίχως, κυριολεκτικά: «με δίχως»

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

και λόγια:

  • μεθ' (προαιρετικά, όταν ακολουθεί λέξη που άρχίζει με φωνήεν με δασεία)
  • μετ' (προαιρετικά, όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει με φωνήεν με ψιλή)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετά < λείπει η ετυμολογία

ζητούμενο λήμμα


Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • μεθ' (όταν ακολουθεί λέξη που άρχίζει με φωνήεν με δασεία)
  • μετ' (όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει με φωνήεν με ψιλή)

Συγγενικά

[επεξεργασία]