μετά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μετά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /meˈta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τά
Επίρρημα
[επεξεργασία]μετά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μετά ουδέτερο άκλιτο
- το μέλλον, αυτό που θα επακολουθήσει, (μεταφορικά) οι συνέπειες
Πρόθεση
[επεξεργασία]μετά
- (+ αιτιατική)
- αργότερα από κάτι, ακολουθώντας χρονολογικά
Μετά το δείπνο, έπεσε για ύπνο.
- ακολουθώντας κάτι άλλο (για στοιχεία τοποθετημένα σε μια ορισμένη σειρά)
Το γράμμα βήτα έρχεται μετά το άλφα.
- αργότερα από κάτι, ακολουθώντας χρονολογικά
- (λόγιο + γενική ή ιδιωματικό + αιτιατική)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- άδεια μετ' αποδοχών
- μεθ' ημών (μαζί μας)
- μεθ' υμών (μαζί σας)
- μετά βαΐων και κλάδων
- μετά βδελυγμίας
- μετά βίας
- μετά κόπων και βασάνων
- μετά μανίας
- μετά μεσημβρίαν (μ.μ.)
- μετά μουσικής
- μετά πολλών επαίνων
- μετά σπουδής
- μετά συγχωρήσεως
- μετά ταύτα
- μετά τιμής
- μετά φανών και λαμπάδων
- μετά φόβου Θεού
- μετά χαράς
- μετ' εμποδίων
- μετ' επαίνων
- το τερπνόν μετά του ωφελίμου
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]μετά
- (συμπερασματικός σύνδεσμος) άρα
Μας έχει ξεγελάσει τόσες φορές. Μετά, πώς να του έχουμε εμπιστοσύνη;
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μετά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μετά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μετά
Επίρρημα
[επεξεργασία]μετά
Πρόθεση
[επεξεργασία]μετά
- όπως και το νεοελληνικό μετά
- (αντιθετικό + λέξεις όπως δίχως, δίχα) χωρίς, δίχως, κυριολεκτικά: «με δίχως»
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]και λόγια:
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μετά - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετά < αβέβαιης ετυμολογίας. Μαρτυρείται από την μυκηναϊκή 𐀕𐀲 (me-ta). Πιθανώς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meth₂, με το πρώτο μέρος από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *me (με).[1] Δείτε και μέχρι, μέσος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.tá/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τά
Πρόθεση
[επεξεργασία]μετά (ᾰ) (παθητική διάθεση με γενική, δοτική και αιτιατική)
- με γενική
- στο μέσον, ανάμεσα σ' ένα πλήθος
- «μετ' ἄλλων ἑταίρων»
- «πολλῶν μετὰ δούλων»
- από κοινού, μαζί
- «μετὰ Βοιωτῶν ἐμάχοντο»
- «μετὰ ξυμμάχων κινδυνεύειν»
- «μετά τινος πάσχειν, στῆναι»
- μαζί, με την χρήση
- «ἱκετεύειν μετὰ δακρύων»
- «μετ' ἀρετῆς πρωτεύειν»
- σχηματίζει περιφραστικά επιρρήματα
- «ὁσίως καὶ μετ' ἀληθείας»
- στο μέσον, ανάμεσα σ' ένα πλήθος
- με δοτική στην ποίηση, κυρίως επική
- ΣτΕ: το μετά δεν χρησιμοποιείται ποτέ με δοτική ενικού, με την εξαίρεση των περιληπτικών ονομάτων π.χ. «μετὰ στρατῷ»
- (για πρόσωπα) ανάμεσα, με την συνοδεία
- «μετὰ τριτάτοισιν ἄνασσεν» βασίλευσε ανάμεσα στην τρίτη γενιά
- (για πράγματα) μεταξύ, ανάμεσα σε
- «μετὰ νηυσί, ἀστράσι»
- «μετὰ πνοιῇς ἀνέμοιο» με την συνοδεία των ανέμων, τόσο γρήγοροι όσο αυτοί
- μεταξύ, μέσα σε
- «μετὰ χερσὶν ἔχειν» κρατώ μέσα στα χέρια
- «μετὰ φρεσίν»
- (συμπληρώνει έναν αριθμό) με, στο πλάι, μαζί με
- «πέμπτος μετὰ τοῖσιν» πέμπτος μαζί μ' αυτούς
- με αιτιατική
- (για κίνηση) στην μέση, το να έρχεται κάποιος ανάμεσα σε ένα πλήθος
- «μετὰ φῦλα θεῶν»
- «μετὰ λαὸν Ἀχαιῶν»
- σε επιδίωξη ή αναζήτηση κάποιου
- «βῆναι μετὰ Νέστορα»
- με εχθρική έννοια, σε καταδίωξη
- «βῆναι μετά τινα» τον καταζητώ, τον καταδιώκω
- για, με αφορμή
- «βῆναι μετὰ πατρὸς ἀκουήν» πηγαίνω να αναζητήσω νέα για τον πατέρα σου
- «πόλεμον μέτα θωρήσσοντο» ήταν οπλισμένοι για την μάχη
- για απλή ακολουθία ή διαδοχή
- (για τόπο) μετά, αμέσως μετά, πίσω
- «λαοὶ ἕπονθ', ὡσεὶ μετὰ κτίλον ἕσπετο μῆλα» όπως τα πρόβατα ακολουθούν τον βοσκό
- (για χρόνο) μετά, ακολούθως, αργότερα
- «μεθ' Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος» μετά τον Έκτορα, ο θάνατός σου πλησιάζει
- «μετὰ ταῦτα» μετά ταύτα, κατόπιν, ύστερα
- «μεθ' ἡμέραν» κατά την διάρκεια της ημέρας
- (για αξία, κοινωνική ιεραρχία) μετά από, πιο κάτω από, που ακολουθείται από υπερθετικό
- «κάλλιστος ἀνὴρ μετ' ἀμύμονα Πηλεΐωνα»
- (για τόπο) μετά, αμέσως μετά, πίσω
- (σε συμφωνία) σύμφωνα με, όπως
- «μετὰ σὸν καὶ ἐμὸν κῆρ» όπως εσύ και εγώ εύχομαι
- «μετ' ὄγμον» σύμφωνα με την γραμμή του αυλακιού
- (γενικότερα) ανάμεσα, μεταξύ, όπως η σύνταξη με δοτική
- «μετὰ πάντας ἄριστος» ο καλύτερος ανάμεσα σε όλους
- «μετὰ χεῖρας ἔχειν»
- (για κίνηση) στην μέση, το να έρχεται κάποιος ανάμεσα σε ένα πλήθος
- μέτα αντί μέτεστι
Επίρρημα
[επεξεργασία]μετά (ᾰ)
- (τροπικό επίρρημα) μεταξύ αυτών, μαζί με αυτούς
- (χρονικό επίρρημα) κατόπιν, αμέσως μετά, ύστερα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- ποιητικός τύπος : μεταί
- αιολικός και δωρικός τύπος : πεδά
- μετ' (κατʼ ἀποκοπήν)
- μεθ' (κατʼ ἀποκοπήν πριν από δασεία)
- μέτα (παροξύτονη)
Σύνθετα
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]μετά (αρχαία ελληνικά)
- → μεσαιωνικά ελληνικά: μετά
- → νέα ελληνικά: μετά, μέ, με
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μετά σελ. 936 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- μετά - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μετά - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προθέσεις (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα στίχους τραγουδιών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Σύνδεσμοι (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επιρρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προθέσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Προθέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ποιητικοί τύποι
- Επικοί τύποι
- Επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Τροπικά επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Χρονικά επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)