δίχως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δίχως < αρχαία ελληνική δίχα

Open book 01.svg Πρόθεση[]

δίχως

  1. χωρίς (δηλώνει έλλειψη ή εξαίρεση ή εναντίωση)

Εκφράσεις[]

  • (το) δίχως άλλο: οπωσδήποτε
  • με δίχως: δίχως, χωρίς (το με κατά πλεονασμό, στον προφορικό λόγο και τη λογοτεχνία)
    Ψυχαί νεκρών διαβαίνουσιν / με δίχως βίαν. (Ανδρέας Κάλβος, Ωδαί, «Ο Ωκεανός»)
    Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι (Ν. Καββαδίας, «Γυναίκα»)

32πχ Μεταφράσεις[]