καζανάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

καζανάκι με τα διάφορα μέρη του

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καζανάκι < καζάν(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καζανάκι ουδέτερο

  1. δοχείο της τουαλέτας από το οποίο ρέει νερό στη λεκάνη για να την καθαρίσει μετά από χρήση
    δεν χρειάζεται να τραβήξεις το καζανάκι αν πας μόνο για «ψιλό»
  2. μικρό καζάνι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]