καζανάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

καζανάκι με τα διάφορα μέρη του


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καζανάκι τα καζανάκια
      γενική
    αιτιατική το καζανάκι τα καζανάκια
     κλητική καζανάκι καζανάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καζανάκι < καζάν(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καζανάκι ουδέτερο

  1. δοχείο της τουαλέτας από το οποίο ρέει νερό στη λεκάνη για να την καθαρίσει μετά από χρήση
    δεν χρειάζεται να τραβήξεις το καζανάκι αν πας μόνο για «ψιλό»
  2. μικρό καζάνι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]