φοράδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοράδα φοράδες
γενική φοράδας φοράδων
αιτιατική φοράδα φοράδες
κλητική φοράδα φοράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοράδα < φοραδ- (< μεταγενέστερη ελληνική φοράς) + -α

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔ.ˈɾa.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φοράδα θηλυκό

  1. (ζωολογία) θηλυκό άλογο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αλόγα, αλογίνα
  2. (μεταφορικά) μεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χέστηκε η φοράδα στο αλώνι : για κάτι ασήμαντο, που δεν είναι άξιο λόγου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]