detail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: détail

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
detail details

detail (en)

  1. (μετρήσιμο) η λεπτομέρεια, ένα ασήμαντο ατομικό γεγονός ή στοιχείο· ένα λιγότερο σημαντικό γεγονός ή στοιχείο
    important/minor details - σημαντικές/ασήμαντες λεπτομέρειες
    I am omitting an important detail.
    Παραλείπω μια σημαντική λεπτομέρεια.
    The story is true down to the smallest detail.
    Η ιστορία είναι αληθινή ως την παραμικρότερη λεπτομέρεια.
     συνώνυμα: point
  2. (μη μετρήσιμο) η λεπτομέρεια, τα ασήμαντα γεγονότα ή τα χαρακτηριστικά κάποιου πράγματος, όταν τα εξετάζω όλα μαζί
    I will tell you the events in detail some other time, when I have the time.
    Θα σας διηγηθώ άλλοτε, όταν θα έχω καιρό, τα γεγονότα με λεπτομέρειες.

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας detail
γ΄ ενικό ενεστώτα details
αόριστος detailed
παθητική μετοχή detailed
ενεργητική μετοχή detailing

detail (en)

  1. αναλύω, αναπτύσσω
  2. εξηγώ, ερμηνεύω
  3. κάνω κάτι με ιδιαίτερη προσοχή (ζωγραφίζω, βιδώνω, καθαρίζω, συγγράφω κτλ)
  4. (στρατιωτικός όρος) αναθέτω (οτιδήποτε: εργασία, αποστολή κτλ)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]