detail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: détail

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

detail (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

detail (en)

  1. αναλύω, αναπτύσσω
  2. εξηγώ, ερμηνεύω
  3. κάνω κάτι με ιδιαίτερη προσοχή (ζωγραφίζω, βιδώνω, καθαρίζω, συγγράφω κτλ)
  4. (στρατιωτικός όρος) αναθέτω (οτιδήποτε: εργασία, αποστολή κτλ)

Συνώνυμα[επεξεργασία]