λακκάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λακκάκι λακκάκια
γενική λακκακιού λακκακιών
αιτιατική λακκάκι λακκάκια
κλητική λακκάκι λακκάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λακκάκι < λάκκος + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λακκάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του λάκκος
  2. (μεταφορικά) βαθούλωμα στο δέρμα
    Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω / μες στο λακκάκι που ’χεις στο λαιμό. (Από το τραγούδι «Σ’ ακολουθώ», σε στίχους και μουσική του Μάνου Λοΐζου)
  3. (ειδικότερα) βαθούλωμα στο μάγουλο, που γίνεται εμφανές κυρίως με το χαμόγελο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]