Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαμόγελο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : χαμογελώ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαμόγελο τα χαμόγελα
      γενική του χαμόγελου των χαμόγελων
    αιτιατική το χαμόγελο τα χαμόγελα
     κλητική χαμόγελο χαμόγελα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Χαμόγελο σε κούρο, Ελευσίνα, 560 πκε
Χαμόγελο κοπέλας, πίνακας του Λεονίντ Ζοντέβκο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαμόγελο < χαμογελώ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xaˈmo.ʝe.lo/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαμόγελο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]