μάγουλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάγουλο μάγουλα
γενική μάγουλου μάγουλων
αιτιατική μάγουλο μάγουλα
κλητική μάγουλο μάγουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάγουλο < ελληνιστική κοινή μάγουλον από το λατινικό magulum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάγουλο ουδέτερο

  1. η παρειά, το σχετικά πιο μαλακό τμήμα του προσώπου κάτω απο τα μήλα και έως τα αυτιά, τη μυτη και το σαγόνι, το εξωτερικό μέρος του μυικού ιστού που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της στοματικής κοιλότητας


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]