Μετάβαση στο περιεχόμενο

μάγουλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μάγουλο τα μάγουλα
      γενική του μάγουλου των μάγουλων
    αιτιατική το μάγουλο τα μάγουλα
     κλητική μάγουλο μάγουλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ανθρώπινο μάγουλο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάγουλο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάγουλον < υστερολατινική magulum

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈma.ɣu.lo/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μάγουλο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το σχετικά πιο μαλακό τμήμα του προσώπου κάτω από τα μήλα και έως τα αφτιά, τη μύτη και το σαγόνι, το εξωτερικό μέρος του μυικού ιστού που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της στοματικής κοιλότητας
      Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. ( Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
     συνώνυμα: παρειά
  2. (μεταφορικά) (κατ’ επέκταση) τα προεξέχοντα τμήματα διαφόρων αντικειμένων, που μοιάζουν με μάγουλα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]