παρειά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρειά παρειές
γενική παρειάς παρειών
αιτιατική παρειά παρειές
κλητική παρειά παρειές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρειά < αρχαία ελληνική παρειά (< παρ-αυσ-jᾶ) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ṓws (οὖς) < *h₂ew (βλέπω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρειά θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]