θολίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θολίτης οι θολίτες
      γενική του θολίτη των θολιτών
    αιτιατική τον θολίτη τους θολίτες
     κλητική θολίτη θολίτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θολίτης < θόλος + -ίτης < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Gewölbstein

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θολίτης αρσενικό

  • (αρχιτεκτονική) σφηνοειδής λίθος που μαζί με άλλους χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μιας θόλου ή μιας αψίδας
    Η θόλος του θαλάμου δείχνει να βρίσκεται σε κατάσταση οριακής ισορροπίας, με τους θολίτες στην περιοχή της στέψης να παρουσιάζουν άνοιγμα αρμών, σε ικανό βάθος, από την εσωτερική επιφάνειά της. Στο σύνολο σχεδόν των θολιτών παρατηρούνται ρηγματώσεις και επιπλέον σε εκτεταμένες περιοχές, εκατέρωθεν της στέψης, διαπιστώθηκε σημαντική απώλεια μάζας του υλικού. (*)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]