καμπύλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καμπύλη οι καμπύλες
      γενική της καμπύλης των καμπυλών
    αιτιατική την καμπύλη τις καμπύλες
     κλητική καμπύλη καμπύλες
Γενική πληθυντικού: και καμπύλων από μερικούς ομιλητές.
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κλειστή (αριστερά) και ανοιχτή (δεξιά) καμπύλη.
Καμπύλη γραφικής παράστασης.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καμπύλη, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courbe[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kamˈbi.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐μπύ‐λη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπύλη θηλυκό

  1. γραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή
  2. η γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο
  3. (στον πληθυντικό) τα σημεία του γυναικείου σώματος (λ.χ. γοφοί, στήθος) που παρουσιάζουν έντονη καμπυλότητα (σε σχέση με το ανδρικό σώμα) και θεωρούνται ένδειξη θηλυκότητας
    είναι γυναίκα με πλούσιες καμπύλες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
καμπῠλα-
ονομαστική καμπύλη αἱ καμπύλαι
      γενική τῆς καμπύλης τῶν καμπυλῶν
      δοτική τῇ καμπύλ ταῖς καμπύλαις
    αιτιατική τὴν καμπύλην τὰς καμπύλᾱς
     κλητική ! καμπύλη καμπύλαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καμπύλ
γεν-δοτ τοῖν  καμπύλαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπύλη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπῠ́λη θηλυκό

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

καμπῠ́λη

Πηγές[επεξεργασία]