Backe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Backe die Backen
γενική der Backe der Backen
δοτική der Backe den Backen
αιτιατική die Backe die Backen

Backe (de) θηλυκό