Μετάβαση στο περιεχόμενο

Backe

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Backe die Backen
γενική der Backe der Backen
δοτική der Backe den Backen
αιτιατική die Backe die Backen

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Backe (de) θηλυκό



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Backe < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Backe αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Backe < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Backe αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Backe < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Backe αρσενικό ή θηλυκό

  • Statistisk sentralbyrå / Statistics Norway, 12891: Last names used by 200 persons or more, by last name, contents and year, ανακτήθηκε 6/9/2023