γαλατικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | γαλατικά | ||
| γενική | των | γαλατικών | ||
| αιτιατική | τα | γαλατικά | ||
| κλητική | γαλατικά | |||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣa.la.tiˈka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γα‐λα‐τι‐κά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαλατικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (γλώσσα) υπερώνυμο για τις ηπειρωτικές κελτικές γλώσσες που εξαφανίστηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα (6ο μ.Χ. αιώνα)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- κωδικός γλώσσας (ISO 639-3): cel-gau
- Γαλατική γλώσσα στο Βικιλεξικό
- Στην Γαλλία ο εκλατινισμός της περιοχής από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία εξαφάνισε εντελώς την τοπική γαλατική, ωστόσο μερικές λέξεις επιβιώνουν έως σήμερα στα γαλλικά π.χ. jarret (ιγνύα) < *garra.
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]γαλατικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γαλατικός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
