αναγνωρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγνωρίζω < αρχαία ελληνική ἀναγνωρίζω < ἀνά + γνωρίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναγνωρίζω

  1. ταυτίζω κάτι ή κάποιον που βλέπω με κάτι ή κάποιον που γνωρίζω από παλιά
    μετά από τόσα χρόνια που είχα να τον δω, δεν μπόρεσα να τον αναγνωρίσω
  2. διαπιστώνω οπτικά την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου και έτσι αυτό παύει να είναι άγνωστο
    οι συγγενείς κλήθηκαν από την αστυνομία για να αναγνωρίσουν το πτώμα
  3. ...
    τα αεροσκάφη αναγνώρισαν τους στόχους τους
  4. παραδέχομαι
    αναγνωρίζω τα λάθη μου

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]